ΑΡΘΡΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

A  A  A +
Πίσω
Κουραμπιέδες Λαμίας, με άρωμα αγνού βουτύρου και... παράδοσης!
Κουραμπιέδες Λαμίας, με άρωμα αγνού βουτύρου και... παράδοσης!

Οι κουραμπιέδες (μαζί με τα μελομακάρονα) είναι η πιο γλυκιά συνήθεια των Χριστουγέννων για μικρούς και μεγάλους και γι’ αυτό δεν λείπουν από κανένα σπίτι. Δεν είναι όμως όλοι οι κουραμπιέδες ίδιοι και σίγουρα, κάποιοι είναι πολύ καλύτεροι από τους άλλους. Δίχως αμφιβολία μεγάλο ρόλο στη γεύση και την υφή του γλυκού παίζουν οι Α’ ύλες, η εμπειρία και οι γνώσεις του ζαχαροπλάστη, σε κάποια μέρη όμως της Ελλάδας, ο κουραμπιές αποτελεί κομμάτι αναπόσπαστο της τοπικής παράδοσης και σήμα – κατατεθέν.

Μια τέτοια πόλη είναι και η Λαμία που με τους κουραμπιέδες της (και όχι μόνο) ξεχωρίζει στη ζαχαροπλαστική σκηνή των τοπικών εδεσμάτων της χώρας. Από τους πιο παλιούς ζαχαροπλάστες της πόλης είναι ο κύριος Παρασκευάς Αλμπανέζος, ιδιοκτήτης των δύο ομώνυμων ζαχαροπλαστείων, που είναι γνωστά, μεταξύ πολλών άλλων προϊόντων, και για τους παραδοσιακούς κουραμπιέδες Λαμίας. Στην διαρκή αναζήτησή μας για παραδοσιακά τοπικά γλυκά που βασίζονται σε συνταγές και έθιμα που πάνε πολύ πίσω στο χρόνο, η οικογένεια Αλμπανέζου δέχτηκε με χαρά να μας παρουσιάσει βήμα – βήμα την παρασκευή των κουραμπιέδων Λαμίας.

Οι κουραμπιέδες και η ιστορία τους

Είναι από τα πιο διαδεδομένα γλυκίσματα της χώρας και η εμφάνισή του στα ζαχαροπλαστεία σηματοδοτεί και... επίσημα την χριστουγεννιάτικη περίοδο. Το όνομα του γλυκού προέρχεται από το τουρκικό kurabiye που σημαίνει μπισκότο. Η σύστασή του αποτελείται από αλεύρι, βούτυρο, άχνη ζάχαρη και αμύγδαλα (ολόκληρα ή μισοκομμένα). Το μυστικό της επιτυχίας του βρίσκεται στη χρήση άριστης ποιότητας βούτυρου, τη σωστή ανάμειξη των υλικών, το ψήσιμο και βέβαια, το πασπάλισμα με άχνη.

Όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις παραδοσιακών γλυκών, πολλές περιοχές της Ελλάδας μπορούν να υπερηφανεύονται για τη δική τους ξεχωριστή εκδοχή, η οποία συνήθως στηρίζεται σε συνταγές που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Κι επειδή εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς ποιές οι μεταξύ τους διαφορές, η διαφοροποίησή των συνταγών έγκειται κυρίως στον τύπο των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται.

Ξακουστές περιοχές για τους κουραμπιέδες τους είναι η Νέα Καρβάλη και η Λαμία με τη φήμη της ποιότητας και τη γεύσης των προϊόντων να ξεπερνάει τα ελληνικά σύνορα.

Η πρώτη γενιά...

Αν και το πρώτο ζαχαροπλαστείο “Αλμπανέζος” άνοιξε το 1972 στο κέντρο της πόλης της Λαμίας, ο κύριος Παρασκευάς Αλμπανέζος είχε ήδη ξεκινήσει την ενασχόλησή του με τη ζαχαροπλαστική πολύ νωρίτερα, εργαζόμενος σε διάφορα καταστήματα της πόλης. Εκτός από την τέχνη των γλυκών, τον κύριο Αλμπανέζο τον κέρδισε από νωρίς και ο συνδικαλισμός και έτσι ασχολήθηκε ενεργά με το Σωματείο Ζαχαροπλαστών της Λαμίας.

Μάλιστα διετέλεσε γραμματέας, αντιπρόεδρος και πρόεδρος του Σωματείου για πολλά χρόνια, αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο το μεράκι του να πάει τον κλάδο ένα βήμα πιο μπροστά. Σήμερα, στέκεται στο πλευρό των παιδιών του στηρίζοντάς τους στα επιχειρηματικά τους βήματα και προσφέροντάς τους πολύτιμες συμβουλές και την εμπειρία μιας ολόκληρης ζωής. Τα πρωινά βρίσκεται στο εργαστήριο της επιχείρησης και τα απογεύματα πηγαίνει ο ίδιος και σε κάποιο από τα δύο καταστήματα.

...και η δεύτερη!

Μεγαλώνοντας μέσα στο εργαστήριο του πατέρα τους, ο Παναγιώτης και ο Δημόκριτος Αλμπανέζος, ξεκαθάρισαν μέσα τους από πολύ μικρή ηλικία ότι θα ασχολούνταν με τη ζαχαροπλαστική. Έτσι, όταν έφτασε η ώρα των σπουδών, οι σχολές ζαχαροπλαστικής ήταν και για τους δύο μονόδρομος, καθώς από εκεί πήραν το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο για να στηρίξουν ακόμα περισσότερο την αγάπη τους για την τέχνη. Και οι δύο ασχολούνται με την οικογενειακή επιχείρηση, τόσο στα καταστήματα (το κεντρικό στη Λαμία και το άλλο στη Στυλίδα) όσο και στο εργαστήριο.

Η συνέχιση της παράδοσης που ξεκίνησε ο πατέρας τους δεν έμεινε μόνο στη ζαχαροπλαστική, αλλά προχώρησε και στο συνδικαλισμό. Έτσι σήμερα ο Παναγιώτης είναι ήδη μέλος στο Σωματείο Ζαχαροπλαστών της πόλης και όπως μας είπε και ο ίδιος “δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά, ο κλάδος χρειάζεται τη στήριξη όλων”.

Ποικιλία και... ποιότητα!

Όπως ήδη αναφέραμε, τα ζαχαροπλαστεία “Αλμπανέζος” είναι γνωστά εντός και... εκτός Λαμίας για τη μεγάλη ποικιλία προϊόντων και την άριστη ποιότητά τους. Ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι και οι δύο... γενιές Αλμπανέζου στηρίζουν τις παρασκευές τους με την επιλογή ποιοτικών Α΄υλών. Ο κ. Παρασκευάς επιμελείται των πιο παραδοσιακών και παλιών συνταγών που έχουν χαρίσει στο ζαχαροπλαστείο την καλή του φήμη, ενώ η νεότερη γενιά, Δημόκριτος και Παναγιώτης, φροντίζει να ενημερώνεται για τις τάσεις, λανσάροντας στην επιχείρησή τους νέες συνταγές και πρωτότυπες προτάσεις εμπνευσμένες από την διεθνή ζαχαροπλαστική σκηνή.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι στα best seller της επιχείρησης, εκτός από τους κουραμπιέδες είναι τα κοκάκια αλλά και μία έκπληξη... Ο λόγος για το ανδριώτικο αμυγδαλωτό, στο οποίο εξειδικεύτηκαν όλοι οι ζαχαροπλάστες της οικογένειας, χάρη στην καταγωγή της κυρίας Αλμπανέζου από το κυκλαδίτικο νησί, μια ακόμα παραδοσιακή πινελιά στην επιχείρηση.

Oι κουραμπιέδες Λαμίας βήμα – βήμα

Υλικά και Ποσότητες για 14 περίπου κιλά

Αλεύρι 7.500 γρ. • Βούτυρο φρέσκο αγελάδος 3.000 γρ. • Ζάχαρη άχνη 1.200 γρ. • Αμύγδαλα χοντροκομμένα και καβουρδισμένα 1.200 γρ • 1/2 ποτήρι του νερού ανθόνερο

1. Αφού χτυπήσουμε καλά το βούτυρο με τη ζάχαρη, προσθέτουμε το αλεύρι στο ταχυζυμωτήριο.

2. Όταν έχουμε ένα ομοιόμορφο ζυμάρι, προσθέτουμε τα αμύγδαλα στο μείγμα.

3. Σε αλευρωμένο πάγκο αναπιάνουμε τη ζύμη των κουραμπιέδων.

4. Στη συνέχεια, την ανοίγουμε πιέζοντας απαλά με το χέρι.

5. Με ένα ποτήρι ή κουπάτ κόβουμε σε σχήμα μισοφέγγαρο τους κουραμπιέδες μας και τους τοποθετούμε σε λαμαρίνα, την οποία έχουμε στρώσει με αντικολλητικό χαρτί.

6. Όσο οι κουραμπιέδες ψήνονται στο φούρνο (170°C), κοσκινίζουμε άχνη πάνω στον πάγκο, δημιουργώντας ένα παχύ στρώμα.

7. Αφού ψηθούν, τους αφήνουμε να κρυώσουν και τους ραντίζουμε με το ανθόνερο.

8. Τοποθετούμε τους κουραμπιέδες πάνω στο στρώμα άχνης και από πάνω, κοσκινίζουμε εκ νέου μια μεγάλη ποσότητα άχνης, μέχρι να καλυφθούν τελείως.

Κείμενο: Ελένη Μανίκα, Φωτό: Πολ Ανάγνου

Από το τεύχος 153 (Σεπτέμβριος/Οκτώβριος 2013) του περιοδικού Z+G.